Αποσπάσματα από το έργο «Για όλα φταίει εκείνη»
ΜΗΤΕΡΑ: (συζητάει με τη φίλη της) Και, ξέρεις, ακόμα και για μένα έγινε κάπως εύκολο, τόσο απλό, να συζητάω μαζί του, έστω κι έτσι. Μοιάζει σαν ψέμα, αλλά μου φαίνεται πως ποτέ δεν είχαμε μιλήσει τόσο προσωπικά, τόσο ειλικρινά… Κι ας λέει ότι με θέλει νεκρή, ασ’ τον! Ας μην καταλαβαίνω τα μισά απ’ όσα λέει, ψάχνω τις λέξεις στο «Google». Δεν έχει σημασία, ξέρεις, είναι σαν να γκρεμίστηκε κάποιο τείχος μέσα μου. Κι αποφάσισα ακόμα και να τσεκάρω πόσο σημαντικό είναι γι’ αυτόν. Και του φώναξα: Κόστια!
ΓΙΟΣ: Κι εκείνη μου γκαρίζει πάλι. Σκεφτείτε, πάνω στην ώρα που η τύπισσα μού γράφει απάντηση. Θύμωσα τόσο πολύ – σκέφτομαι: ξεκαβάλα επιτέλους! Και της φωνάζω κι εγώ: Έχω δουλειά!
ΜΗΤΕΡΑ: Του φωνάζω: θες μήπως να πάμε σινεμά;! Θα σου δώσω λεφτά! Και μου λέει, όχι! Κάνω τα μαθήματά μου! (χαμογελάει)
ΓΙΟΣ: Αφού εκείνη κάνει όλο κάτι τέτοια θεατρινίστικα. Όλο παριστάνει τη Μητέρα της Χρονιάς. Άρχισε να μου προτείνει σινεμά. Καμιά πίτα, λέει, θες να σου ψήσω; Άντε και στο διάολο, σκέφτομαι, με την πίτα σου και το σινεμά σου, θα σου πω πού να τα χώσεις, και φωνάζω: μη μ’ ενοχλείς! Κι έβαλα τα ακουστικά.
ΜΗΤΕΡΑ: Και, καταλαβαίνεις, όλα θα ήταν μια χαρά, αν δεν άρχιζε να γίνεται αγενής. Του λέω λογικά πράγματα: μην μπαίνεις στο δωμάτιό μου, στο απαγορεύω. Αν δεν μπορείς να συμβιώσεις με άλλον άνθρωπο… Κι αυτός βγαίνει εκτός εαυτού. Τότε, εννοείται, τον μάλωσα πολύ άγρια. Κι αυτός μάλιστα τότε μου είπε… Με κατηγόρησε… Μου είπε ότι ξέχασα γρήγορα τον Βάνια. Το φαντάζεσαι; Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο, του λέω. Πού ξέρεις τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή μου; Αν ήξερες, του λέω, πόσο πονάω… Αχ…
Αυτός κάθεται ακούνητος, κατακόκκινος και δεν λέει τίποτα. Σκέφτομαι, εντάξει, φτάνει. Έφυγα απ’ το δωμάτιό του. Άρχισα κάπως να συνέρχομαι. Δεν είναι τίποτα, σκέφτηκα. Θα μιλήσει με την Toffee, θα ηρεμήσει. Σ’ αυτήν μπορεί να πει τα πάντα… Κι έτσι θα ηρεμήσω κι εγώ…
ΓΙΟΣ: Κάθομαι και μπροστά μου βλέπω αυτό το γαμημένο το τζιν. Αγγίζω τα μαλλιά μου, έχω αίμα. Μάλλον απ’ τα κουμπιά του τζιν. Μένω εκεί και νιώθω κάπως… σκατά. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Με τίποτα. Με νιώθετε; Δεν αισθάνομαι απολύτως τίποτα. Τυφλός, κουφός, σαν μουδιασμένος… Λες κι αυτή κι όοολοι οι άλλοι βρίσκονται κάπου πολύ μακριά από μένα. Σκέφτομαι μόνο το κορίτσι απ’ την Πετρούπολη. Τι να κάνει;
TOWER RAVEN: Ε εντάξει… Άκου… Θέλω να σου πω. Αλλά είναι κάτι σοβαρό, εντάξει;
TOFFEE: Εντάξει.
TOWER RAVEN: Βασικά είναι πολύ σοβαρό, το πιο σοβαρό απ’ όλα τα σοβαρά πράγματα του κόσμου.
TOFFEE: Εντάξει.
TOWER RAVEN: Σ’ αγαπώ.
ΠΑΥΣΗ
TOWER RAVEN: Toffee;
TOFFEE: Εδώ είμαι.
TOWER RAVEN: Αυτά λοιπόν. ΠΑΥΣΗ. Σόρι.
TOFFEE: Μη ζητάς συγγνώμη για τέτοια πράγματα.
TOWER RAVEN: Εσύ;
TOFFEE: Κι εγώ.
Όταν ζητά συχνά πυκνά η καρδιά μου ελευθερία
Τις μέρες τις μικρές, τις νύχτες τις μακρές
Της ψυχής με οινόπνευμα ποτίζω την πικρία
Της ψυχής με νικοτίνη θυμιάζω τις γωνιές
Κι όταν του πνεύματος η κίρρωση καλά αναπτυχθεί
Και στην ψυχή αρρωστήσω ακόμα πιο βαριά
Σ’ ένα νοσοκομείο θα με πετάξουν φίλοι και γνωστοί
Σαν απ’ αυτά, τους άρρωστους παρίες που καταπίνει η λησμονιά
Εκεί στην κλίνη απάνω όπως θα είμαι ξαπλωμένος
Τον τοίχο απέναντί μου βρόμικο θα βλέπω
Παραληρώντας νύχτα τη νοσοκόμα θα φωνάζω ιδρωμένος
Σαν έρθει το πρωί τις φλέβες μου θα κόψω
Έξω απ’ το περβάζι μου θα στέκει η λεύκα μαραμένη
Σαράντα μέρες με χαμόγελο κανείς δεν θα με δει
Κι όταν αρχίσει ο χειμώνας το κρύο του να φέρνει
Τότε καλά θα ξέρω πως σύντομα κι η ώρα μου θα ‘ρθει.
Ένα σακάκι μάλλινο βαρύ θενά φορέσω
Μαζί θα πάρω δύο βαλίτσες μοναχά
Απ’ το παράθυρο στης νύχτας το σκοτάδι θα βουτήξω
Και στην αυλαία της ομίχλης θα χαθώ σαν μια σκιά